Η πνευματική μας ταυτότητα

Η Ευαγγελική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των «μεταρρυθμισμένων» Εκκλησιών, που όλες μαζί συγκροτούν την ομάδα των Διαμαρτυρομένων ή Ευαγγελικών ή Προτεσταντικών Εκκλησιών. Είναι γνωστό, βέβαια, ότι ο Χριστιανισμός σήμερα αποτελείται από τρία κυρίως τμήματα: Τους Καθολικούς (που αποτελούν περίπου 900 εκατομμύρια), τους Διαμαρτυρόμενους (που φτάνουν περίπου στα 400 εκατομμύρια) και τους Ορθοδόξους (που το σύνολο τους είναι περίπου 160 εκατομμύρια). Ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, η δική μας Εκκλησία εντάσσεται στην ομάδα των Διαμαρτυρομένων Εκκλησιών και ακολουθεί τις γραμμές που χαράχτηκαν απ’ τον δέκατο έκτο αιώνα κι εδώ, απ’ τους μεγάλους μεταρρυθμιστές που κινήθηκαν, με γνωστότερη προσωπικότητα ανάμεσα τους, τον Μαρτίνο Λούθηρο.

Οι Ευαγγελικές Εκκλησίες διεθνώς παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και πολλές επιμέρους αποκλίσεις και δεν έχουν κεντρική διοίκηση, επειδή η Ευαγγελική Εκκλησία πιστεύει ότι η «κοσμική εξουσία» δεν έχει θέση στην Εκκλησία του Χριστού. Αυτός είναι κι ο λόγος, που δεν υπάρχει διεθνώς κάποιος «αρχηγός», ή κάποια ηγετική φυσιογνωμία (όπως είναι ο Πάπας στην Καθολική Εκκλησία, ή οι Πατριάρχες στην Ορθόδοξη Εκκλησία). Κάθε Ευαγγελική Εκκλησία είναι ανεξάρτητη απ’ όλες τις άλλες, συνεργάζεται με κάποιες σε κάποιο πλαίσιο παρόμοιας πορείας και νοοτροπίας, διατηρεί όμως την πνευματική και διοικητική αυτοτέλεια της, επειδή ακριβώς αποδέχεται ότι αρχηγός της Εκκλησίας, κατά τα Βιβλικά πρότυπα, μπορεί να είναι μόνο ο Ιησούς Χριστός.

Ακόμη ειδικότερα, η Ευαγγελική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης κατατάσσεται κάπου μεταξύ των Βαπτιστικών Εκκλησιών του εξωτερικού και των Εκκλησιών των «αδελφών» (Brethren), που έχουν δραστηριοποιηθεί στην Ευρώπη, στην Αμερική και σε άλλα μέρη του κόσμου στη διάρκεια των δύο - τριών τελευταίων αιώνων. Διατηρεί σχέσεις αδελφικής συνεργασίας και αγάπης με τις Ευαγγελικές (ή Διαμαρτυρόμενες) Εκκλησίες όλων των αποχρώσεων και των ονομάτων, διατηρώντας όμως την δογματική, πνευματική και διοικητική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της.

Η Εκκλησία μας αποδέχεται όλα τα δόγματα που εμφανίζονται στην Αγία Γραφή, σέβεται όλες τις Εκκλησίες που διαφοροποιούνται σε κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες και συνεργάζεται ευχαρίστως με όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχθούν ως βάση της πίστεως τους την Αγία Γραφή και να ακολουθήσουν την φωνή της συνειδήσεως τους στην πρακτική καθημερινή εφαρμογή της Χριστιανικής ζωής και πορείας. Η στάση μας απέναντι στην Ορθόδοξη, αλλά και στην Καθολική Εκκλησία, είναι στάση φιλικής παρουσίας, με ανοιχτή διάθεση για πλησίασμα και συνεργασία, αλλά και με διατήρηση της ιδιαιτερότητας τόσο στη λατρεία, όσο και στην δογματική και την αποδοχή των βασικών αληθειών της Αγίας Γραφής. Οπουδήποτε η Ορθόδοξη Εκκλησία έδειξε προθυμία πλησιάσματος, βρήκε σε μας «πόρτες ανοιχτές», με την προϋπόθεση ότι ο σεβασμός και η φιλική διάθεση θα είναι αμοιβαία.

Έχουμε απόλυτη συναίσθηση ότι ανήκουμε στο ίδιο «στρατόπεδο» με όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες. Είναι φυσικό όλοι οι πιστοί του Χριστού, παρά τις επιμέρους ιδιαιτερότητες τους, να ανήκουν στην ίδια πλευρά, ειδικά μάλιστα στην σημερινή κοινωνία, όπου η παρουσία απίστων, αρνητών ή ετεροθρήσκων είναι τόσο πολλαπλή και συχνή. Αν ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε στον Ιησού Χριστό και πραγματικός αρχηγός μας είναι μόνο Εκείνος, τότε σίγουρα έχουμε υποχρέωση να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, ακόμη κι όταν υπάρχουν προσωπικές διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες. Αυτό είναι το βασικό πιστεύω μας και σ’ αυτές τις γραμμές στηριζόμαστε και προχωρούμε. Όσοι τις αποδέχονται, έστω και με κάποιες διαφοροποιήσεις, είναι ευπρόσδεκτοι να σταθούν κοντά μας.

Το "πιστεύω" μας

Το «πιστεύω» μας, δηλαδή ο καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας μας, είναι απλούστατα η Αγία Γραφή. Όπως και σε όλες τις μεταρρυθμισμένες Ευαγγελικές Εκκλησίες, η Αγία Γραφή αποτελεί την μόνη πηγή αλήθειας και το μόνο αδιαμφισβήτητο στοιχείο για την πίστη μας. Στο σημείο μάλιστα αυτό βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά της Ευαγγελικής Εκκλησίας σε σχέση με την Ορθόδοξη και την Καθολική. Οι δύο τελευταίες αποδέχονται ως βάση της πίστεως τους, τόσο την Αγία Γραφή, όσο και την ιερά παράδοση. Στην δική μας περίπτωση, αντίθετα, μόνο η Αγία Γραφή γίνεται αποδεκτή. Οτιδήποτε έχει προσθέσει στο κύλισμα των αιώνων η παράδοση εξετάζεται κάτω από το φως της Αγίας Γραφής και γίνεται αποδεκτό αν συμφωνεί με το περιεχόμενο της, ενώ απορρίπτεται αν προσκρούει σε κείνο.

Υπάρχει μάλιστα στην Ευαγγελική Εκκλησία και μια βασική παραδοχή, που αποτελεί αξίωμα. Αποδεχόμαστε, δηλαδή, ότι η Βίβλος είναι «θεόπνευστη». Αυτό σημαίνει ότι γράφτηκε από ανθρώπους, που όμως τους ενέπνεε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, ώστε όλα εκείνα που έγραψαν να είναι αλάθητα, σωστά και απολύτως διαφωτιστικά. Απ’ αυτή την άποψη μάλιστα, η Ευαγγελική Εκκλησία αποδέχεται την Αγία Γραφή ως μοναδικό Βιβλίο, που τοποθετείται σε θέση τελείως ασύγκριτη προς οποιοδήποτε άλλο βιβλίο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή γνώσεως. Η θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, ακόμη απ’ τα χρόνια των μεγάλων μεταρρυθμιστών, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευαγγελικής πίστεως.

Αν το πράγμα αυτό θέλαμε να το δούμε λίγο πιο απλά, θα λέγαμε ότι σε μια ίσως και υπεραπλουστευμένη διατύπωση, το κίνημα του Λουθήρου και των συνεργατών του δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η προσπάθεια να επανέλθει η Εκκλησία του Χριστού στον πρώτο αιώνα, απορρίπτοντας όλες εκείνες τις συνήθειες, τις πρακτικές και τις διδασκαλίες που είχαν προσθέσει οι δεκαπέντε αιώνες που είχαν μεσολαβήσει. Μ’ άλλα λόγια, το σύνθημα ήταν «ας πετάξουμε ότι πρόσθεσε το κύλισμα του χρόνου και ας ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία του Χριστού των Πράξεων των Αποστόλων».

Με βάση αυτή τη νοοτροπία, είναι αυτονόητο ότι η Ευαγγελική εκκλησία δεν αποδέχεται την προσκύνηση των εικόνων, δεν διδάσκει την προσευχή προς τους αγίους, δεν αποδέχεται τις ποικίλες πρακτικές που προστέθηκαν στο κύλισμα του χρόνου, δεν έχει μεγάλη σχέση με τις εικαστικές τέχνες, ενώ αντίθετα έχει σημαντική σχέση με την μουσική, που είναι προφανές ότι αποτέλεσε στοιχείο της λατρείας του Θεού ακόμη απ’ τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης.

Ας σημειωθεί επιπρόσθετα ότι η Ευαγγελική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης δεν έχει Λειτουργούς πλήρους απασχολήσεως, ενώ έχει «Ποιμένες» που ασκούν και βιοποριστικό επάγγελμα. Οι λατρευτικές συνάξεις παρέχουν στους πιστούς την ευκαιρία να προσευχηθούν, να υμνήσουν το πρόσωπο του Λυτρωτή τους, να συμμετάσχουν στην τέλεση της Θείας Κοινωνίας και να ακούσουν κάποιο κήρυγμα, που βασίζεται αποκλειστικά στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Είναι αυτονόητο ότι οι ερμηνείες που δίδονται στα διάφορα Βιβλικά χωρία μπορεί να διαφέρουν, όμως μόνο ο Λόγος του Θεού βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της φροντίδας και της προσοχής των πιστών.

Τέλος, θα πρέπει να προστεθεί ότι η Ευαγγελική Εκκλησία έχει απλοποιήσει σημαντικά τις διάφορες Χριστιανικές γιορτές. Συμμετέχει ολόψυχα στην γιορτή των Χριστουγέννων μαζί με όλους τους Χριστιανούς του κόσμου, συμμετέχει ακόμη και στη γιορτή του Πάσχα, αποδεχόμενη μάλιστα την χρονολογική τοποθέτηση του Πάσχα ανάλογα προς την χώρα στην οποία βρίσκεται η Ευαγγελική Εκκλησία. Δηλαδή, στις χώρες όπου η Καθολική Εκκλησία επικρατεί, το Πάσχα γιορτάζεται μαζί με τους Καθολικούς. Στις χώρες όπου η Ορθοδοξία επικρατεί, το Πάσχα γιορτάζεται μαζί με τους Ορθοδόξους. Η ιδιοτυπία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευαγγελική Εκκλησία πιστεύει ότι έχει πολύ μικρή σημασία ο τύπος και η λεπτομέρεια, ενώ έχει πολύ μεγάλη σημασία το Πνεύμα και η αλήθεια. Όπως δίδαξε και ο Κύριος Ιησούς Χριστός ότι «ο Θεός είναι πνεύμα και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να Τον προσκυνούν».